14 Μαρτίου 1879 : Γεννιέται ο Γερμανoεβραίος φυσικομαθηματικός Αλβέρτος Αϊνστάιν.

Γεννιέται ο Γερμανoεβραίος φυσικομαθηματικός Αλβέρτος Αϊνστάιν (Alberto Einstein, 1879 – 1955), από τους διασημότερους των σοφών του 20ού αιώνα. Εκτός από τη θεωρία της Σχετικότητας και τη γενικευμένη θεωρία του πεδίου, η επιστήμη του οφείλει πλείστες άλλες θεωρίες και ανακαλύψεις, η γνωστότερη από τις οποίες είναι η εξίσωση μάζας και ενέργειας:

Ε = mc2

(όπου Ε = ενέργεια, στην οποία μετατρέπεται σώμα μάζας m και c = ταχύτητα του φωτός).

Πολλές υπήρξαν οι εφαρμογές των θεωριών του στην αστρονομία. Το αίνιγμα π.χ. της μετάθεσης του περιηλίου του Ερμή εξηγείται με τη θεωρία της Σχετικότητας. Η ίδια θεωρία εισήγαγε την καμπυλότητα του χώρου, η οποία επιβεβαιώθηκε πλέον με την καμπύλωση των ακτίνων φωτός των άστρων, που φαίνονται να διέρχονται κοντά στον Ήλιο.
Ο Αϊνστάιν πίστευε ότι το Σύμπαν είναι πεπερασμένα αλλά χωρίς πέρατα. Αυτό συμβαίνει π.χ. στο διδιάστατο χώρο με την επιφάνεια μιας σφαίρας. Αν κάποιος ακολουθήσει έναν μέγιστο κύκλο της, στο τέλος θα φθάσει εκεί από όπου ξεκίνησε. Στον κύκλο αυτό δεν υπάρχουν όρια, αρχή και τέλος, ωστόσο, όμως, η επιφάνεια είναι πεπερασμένη, έχει ορισμένο εμβαδόν.
Το Σύμπαν του Αϊνστάιν είναι ομογενές, δηλ. παντού μοιάζει το ίδιο. Είναι και ισότροπο, δηλ. φαίνεται το ίδιο προς κάθε κατεύθυνση. Έτσι ικανοποιούσε την κοσμολογική αρχή του Σύμπαντος.
Το 1921 ο Αϊνστάιν πήρε το βραβείο Νόμπελ, όχι για τη θεωρία της Σχετικότητας, η οποία ακόμη δεν είχε γίνει γενικά αποδεκτή από την επιστημονική κοινότητα, αλλά για τη θεωρία του τη σχετική με το φωτοηλεκτρικό φαινόμενο. Την εποχή εκείνη ο Αϊνστάιν δεν δεχόταν τη θεωρία της κβαντικής μηχανικής, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι ο Θεός δεν παίζει ζάρια.
Ένα άλλο σφάλμα του Αϊνστάιν ήταν η εισαγωγή στις εξισώσεις του της κοσμολογικής σταθεράς, προκειμένου να θεμελιώσει το μοντέλο του στατικού Σύμπαντος. Όταν ανακαλύφτηκε η διαστολή του Σύμπαντος αναγνώρισε το σφάλμα του λέγοντας χαρακτηριστικά ότι ήταν το μεγαλύτερο λάθος της ζωής του. Εντούτοις, στις αρχές της νέας χιλιετίας, φαίνεται ότι η ισχύς της κοσμολογικής σταθεράς επανέρχεται δριμύτερη.